Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

«Τι μας έμαθε η κρίση για την Ελλάδα;»



‘’Κρίση’’. Τόσες φορές ειπωμένη, και ταυτόχρονα τόσες φορές ξεχασμένη λέξη. Ξημέρωσαν την ημέρα μας, τότε, πριν από πέντε χρόνια, και για πρωινό μας σέρβιραν μια ζεστή και φρέσκια ‘’κρίση’’. Κι εμείς τη δεχτήκαμε. Μπορούσαμε άραγε να έχουμε κάνει και κάτι διαφορετικό; Ναι, να θυμηθούμε ή καλύτερα να μην έχουμε ξεχάσει, ποτέ, το γεγονός ότι η χώρα μας βρέθηκε ξανά στο παρελθόν σε τέτοιου είδους οικονομικό τέλμα.
‘’Κρίση’’. Στο άκουσμά της πανικός, άγχος, απογοήτευση, αγωνία για το μέλλον. Περίμενες να ακούσεις την πόρτα να χτυπά και να αντικρίσεις κάποιον κρατικό λειτουργό που θα σου ανακοίνωνε πως όλη σου η περιουσία περνούσε πλέον στην κρατική διαχείριση και δικαιοδοσία, ενώ θα ακολουθούσε το βήμα σου πέρα από το κατώφλι, για να μείνεις εκεί, στο χώμα, στο τίποτα, μόνος, δίπλα σε πολλούς ‘’μόνους’’. Συνειδητοποιήσαμε, εν τέλει, πως έπρεπε να περικόψουμε πολλά, αν θέλαμε να ‘’επιβιώσουμε’’, έστω κ οριακά, ως φαινόταν∙ κι έτσι και κάναμε. Περικόψαμε τις φανταχτερές μας εμφανίσεις και τις βαφτίσαμε ‘’απλότητα’’, τις περισσές εξόδους μας, που μεταφράσαμε σε ‘’οικογενειακές στιγμές’’, τα ντελικατέσεν φαγητά που έδωσαν θέση στο ‘’απλό, σπιτικό φαγητό’’. Και το θεωρήσαμε κατάντια. Περικόψαμε και το χαμόγελο, γιατί,  νομίζαμε, κοστίζει περισσότερο όλων. Και για το τελευταίο είχαμε δίκιο! Το χαμόγελο κοστίζει όντως ακριβά! Από την ημέρα που το χάσαμε ή καλύτερα ‘’μας το έχασαν’’, απωλέσαμε κάθε ίχνος πραγματικής θέλησης για ζωή, καταλήγοντας σε μία παθητική, μηχανική, ρομποτική ζωή∙ γιατί έτσι ‘’πρέπει’’, γιατί έτσι ‘’βολεύει’’.
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο γεννάται το ερώτημα: η κρίση που μας επισκιάζει είναι μόνο οικονομική ή λαμβάνει κι άλλες μορφές; Η αντίδρασή μας ήταν αντίδραση απέναντι στην αδικία ή απλώς δε θέλαμε να χάσουμε τα ‘’πορφυρά μας σεντόνια’’ και την κοσμική περιβολή μας; Η πραγματικότητα είναι πως τις τελευταίες δεκαετίες συνέθεταν η υπερβολή και η πλεονεξία απέναντι στα υλικά αγαθά, οι πελατειακές σχέσεις και η, εντός συγκεκριμένων ‘’κλικών’’ ανακύκλωση του χρήματος. Νιώθαμε όλοι οικονομικά εύρωστοι και, συνεπώς, ευτυχισμένοι και ασφαλείς, εφόσον ανήκαμε σε ένα κράτος που μας παρείχε απλόχερα τη δυνατότητα για τόσες ανέσεις. Υπερβάλλαμε σε αγορές και διασκέδαση θεωρώντας πως αυτός ήταν ο τρόπος ζωής που άξιζε κάθε εργαζόμενος Έλληνας πολίτης, χωρίς να κοιτάξουμε πίσω από την κουρτίνα για να εντοπίσουμε την πηγή του αστείρευτου αυτού πλεονάσματος. Κανείς δε θέλησε, ούτε αναγκάστηκε, να συνειδητοποιήσει πως επρόκειτο για μία καθημερινότητα που ήταν πέραν του δέοντος ιδανική για να είναι πραγματική. Μόνον όταν ήρθαν όλα να ανατραπούν αφυπνιστήκαμε από το λήθαργο τούτο. Γιατί, πια, ο Έλληνας μόνον όταν του στερήσουν τα ‘’χρυσά κουτάλια’’ του θα αντιδράσει. Όχι γιατί θα αντιληφθεί, έστω κι έτσι, ότι, ίσως ο διπλανός του στερείται ακόμη και των βασικών, αλλά γιατί του πήρες το ‘’βόλεμα’’. Αυτό το βόλεμα που τόσο σθεναρά επιζητά, και που τόσο πολύ –δεν- του αξίζει. Και είναι πράγματι λυπηρό το ότι, ακόμη και τώρα, αρνούμαστε να κατανοήσουμε τα περιττά που γέμιζαν την, κατά τ’ άλλα, άδεια μας ζωή.
Βιαζόμασταν να ολοκληρώσουμε τις σπουδές μας γιατί όλο και κάποιος, μας έλεγαν, θα μας έβαζε στο δημόσιο. Ιδανική συγκυρία! Δημόσιο∙ το αέναο, χαοτικό, στρατόπεδο υπαλλήλων, κάθε λογής, που για καλή τους τύχη, και κακή των υπολοίπων, είχαν τη σωστή γνωριμία στη σωστή θέση. Έτσι μάθαμε∙ να μετράμε τους ανθρώπους σύμφωνα με τις χάρες, και να τους κρίνουμε εκ του αποτελέσματος. Να τάζουμε και να μας τάζουν. Και μετά να φέρουμε όλοι μία συνείδηση ήσυχη, καθώς κάναμε αυτό που έπρεπε∙ φροντίσαμε για το μέλλον μας! Τι κάναμε; Δημιουργήσαμε το σκελετό ενός δημοσίου τομέα με ορατές και αόρατες υπηρεσίες, στη θεωρία και στην πράξη συνάμα. Δε μας ένοιαζε τότε, αρκούσε να λαμβάνουμε, μηνιαίως, το μισθό του δημοσίου υπαλλήλου. Τώρα όμως, είναι επικίνδυνη στα αυτιά μας η λέξη ‘’αξιολόγηση’’! Τώρα, θα πρέπει να αποδείξουμε πως αξίζουμε τη θέση που ‘’κλέψαμε’’. Πώς όμως; Όλο και κάτι θα σκαρφιστούμε και πάλι.
Είμεθα Έλληνες γαρ! Και εφόσον είμεθα Έλληνες, και πολυμήχανοι, ως ο ομηρικός Οδυσσέας, θα βρούμε τον τρόπο να επωφεληθούμε ευκαιριών∙ και αν δεν υπάρχουν, να τις δημιουργήσουμε. Αρκεί να αποκρύψουμε την εισρέουσα περιουσία μας και να δηλώσουμε χρεωκοπία! Όλα αυτά σε μία χώρα, όπου οι πλούσιοι δηλώνονται, και νοούνται, ως φτωχότεροι και από τους πραγματικά φτωχούς. Σε μία χώρα, στην οποία επιτρέπουμε την προκλητική αδιαφορία της και την επικροτούμε γι’ αυτό!
Δεν αρκεί όμως να επικαλούμαστε τον αρχαίο πολιτισμό μας, σε κάθε δύσκολη στιγμή. Ναι, η Ελλάδα ήταν η χώρα της δημοκρατίας, της φιλοσοφίας, των τεχνών και των επιστημών. Ήταν η χώρα που φιλοξένησε στο χώμα της επιφανείς άνδρες με ρόλους καθοριστικούς σε παγκόσμιο επίπεδο. Ναι, ήταν. Ήταν! Πια, δεν αξίζουμε να ανασύρουμε τα επιτεύγματα των αρχαίων Ελλήνων, όταν δεν έχουμε κάνει το παραμικρό βήμα να συνεχίσουμε την πορεία που χάραξαν εκείνοι. Πια, είμαστε Έλληνες μόνο στην εθνικότητα, όχι στην παιδεία, όχι στις αξίες∙ και δυστυχώς, από επιλογή.
Η κρίση, με την οποία μας ανάγκασαν να συμπορευόμαστε, δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι, αδιαμφισβήτητα, και κρίση αξιών. Μας επιβεβαίωσε πως πρωταρχικό μέλημα μας εξακολουθεί να είναι η προσωπική μας ευημερία, και η επίτευξη αυτής με κάθε δυνατό τρόπο, ακόμη και εις βάρος των υπολοίπων. Πως, τόσα χρόνια, είχαμε πολλά περισσότερα απ’ όσα μας έπρεπαν. Πως το παρελθόν μας δε λειτουργεί παιδευτικά για το μέλλον μας. Πως, για τη χώρα μας, το κράτος δικαίου, που υπερασπίζεται τους πολίτες του, αλλά και τα δικαιώματά των εντός των ορίων του, δεν είναι παρά μόνο μία ρομαντική αίτηση της Γαλλικής Επανάστασης.

 Όταν η εκάστοτε ‘’αλλαγή’’ δεν είναι τίποτε άλλο παρά λίγο μελάνι στο χαρτί, μοναδικό αποτέλεσμα είναι να δοθεί στην καταστροφή διαφορετική περιβολή. Ως εκ τούτου, δε μπορεί κανείς να απαιτεί διαφάνεια, όταν, εν γνώσει του, πέφτει ξανά και ξανά στα ίδια λάθη αγνοώντας τις διδαχές του παρελθόντος. Δε μπορεί κανείς να οικειοποιείται ένα ολόκληρο κράτος συγχέοντας καθήκοντα και υποχρεώσεις, χάριν προσωπικών επιδιώξεων. Η κρίση της εγχώριας οικονομίας θα έχει σίγουρα ένα τέλος∙ πότε θα έρθει αυτό το τέλος είναι ακόμη ζήτημα ρευστό. Οφείλουμε να μην κλείσουμε, ωστόσο, τα μάτια στην ασυδοσία, που παρά το υφιστάμενο κλίμα, εξακολουθεί να είναι προκλητική. Δε μάθαμε πια να είμαστε τίμιοι; Δε μάθαμε να είμαστε αληθινοί; Δε μάθαμε να είμαστε άνθρωποι; 

Το υπέροχο κείμενο γράφει η Χαρά Παλάσκα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου