Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Εγώ και ο εαυτός μου…


Πρωί Παρασκευής

Οι συνθήκες τα έφεραν έτσι ώστε να μείνω εννέα η ώρα το πρωί μόνος μου στην πιο ήρεμη, ρομαντική και όμορφη πόλη…τη Θεσσαλονίκη. Μετά από τόσο καιρό είχα χρόνο για εμένα, για να μείνω μόνος με έναν καφέ, με μουσική από τα ακουστικά μου  αλλά και με τις σκέψεις μου.
Περπάτησα αρκετά κοιτώντας εκείνο το ήρεμο πρωινό τον Λευκό Πύργο, την απέραντη θάλασσα και τα καράβια που είχαν εκπλεύσει. Εμένα με ενδιέφερε περισσότερο το γεγονός ότι ήμουν ένας άγνωστος και αδιάφορος, για τον υπόλοιπο κόσμο, άνθρωπος.
Κάθισα για λίγο στα σκαλοπάτια δίπλα στον Θερμαϊκό. Τι καλύτερο; Να βλέπεις σιγά σιγά τον ήλιο να ανατέλλει, ένας ψαράς να ψαρεύει και η θάλασσα να είναι τόσο ήρεμη που αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι μόνο εσύ κι αυτή σε αυτή τη μεγαλούπολη. Άνθρωποι περνάνε δίπλα μου κι εγώ βυθισμένος στις σκέψεις μου. Άραγε πόσες τέτοιες ήρεμες στιγμές θα έχω μόνος μου;
Όλα γύρω μου γυρνούσαν και κινούνταν, η θάλασσα , οι άνθρωποι, η γη αλλά και οι σκέψεις μου. Σκέφτηκα πως ήμουν πλέον ήρεμος και αυτό με έκανε ευτυχισμένο, η μοναξιά , η μουσική και ένα κατάλευκο τετράδιο που με πίεζε να γράψω τις σκέψεις μου. Σαν ένας μαγνήτης που δεν σε αφήνει να ξεφύγεις από αυτόν. Αυτή ήταν η ευτυχία μου εκείνη τη στιγμή. Η ευτυχία λοιπόν είναι η αποδοχή, η αντοχή και η ηρεμία που αισθάνεσαι για τον εαυτό σου. Μόνος μου μαζί του…
Άνθρωποι έκαναν γυμναστική από πίσω μου και τα αυτοκίνητα μου χαλούσαν την ηρεμία μου αλλά προσπαθούσα να τα αγνοήσω. Αυτός ο συνδυασμός της θάλασσας με τους γοργούς ρυθμούς της αστικής ζωής ήταν περίεργα ελκυστικός για εμένα. Γυρισμένος πλάτη στον πολιτισμό κοιτούσα τον Θερμαϊκό. Ο ψαράς δίπλα μου έφυγε και ένα πλοίο έβαλε πλώρη για το άγνωστο. Ο αέρας ήταν τόσο ήπιος, παρόλα αυτά χτυπούσε το πρόσωπο μου υπενθυμίζοντας μου ότι είμαι ζωντανός και δίνοντας μου έμπνευση. Αυτή λοιπόν ήταν η σημερινή μου ευτυχία, να μπορέσω να αντέξω τον εαυτό μου και να γυρίσω πλάτη σε όλα τα άγχη και την ρουτίνα.

Μία τουρίστρια που ξεκίνησε να γεμίζει το μπουκάλι της με το νερό του Θερμαϊκού, άγνωστος ο λόγος, με επανέφερε στην πραγματικότητα. Ο ήλιος πλέον φώτισε πολύ το πρόσωπο μου και μου υπενθύμισε πως έπρεπε τώρα να γυρίσω πλάτη στη φύση , στην ηρεμία και να ξαναμπώ στους ρυθμούς του άστεως. Δεν πειράζει, ίσως κάποια στιγμή όταν εγώ και ο εαυτός μου ξανασυναντηθούμε να έχουμε περισσότερο χρόνο, τώρα έπρεπε να φύγω για το πανεπιστήμιο…

Γράφει ο Πυθαγόρας Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης!

1 σχόλιο:

  1. Αγαπώ αυτό το στυλ "λογοτεχνικού κειμένου" , γράφε πιο συχνά τέτοια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή